- μάλωμα
- το (Μ μάλωμα και μάλλωμαν) [μαλώνω]1. διαπληκτισμός, λογομαχία, φιλονικία, τσακωμός2. επίπληξη, επιτίμηση, κατσάδιασμα3. συμπλοκή, σύγκρουση.
Dictionary of Greek. 2013.
Dictionary of Greek. 2013.
μάλωμα — το καβγάς, λογομαχία, τσακωμός: Το παράκαναν με τα μαλώματά τους … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
έριδα — Βλ. λ. Έρις. * * * η (AM ἔρις, Μ και ἔριτα) 1. φιλονεικία, διένεξη, μάλωμα 2. λογομαχία, διαφωνία 3. διχόνοια μσν. 1. συναγωνισμός 2. φρ. «στέκω εἰς ἔριταν» φιλονικώ αρχ. 1. ένοπλη ρήξη («ἔριν αἱματόεσσαν», Αισχύλ.) 2. άμιλλα, ανταγωνισμός, ζήλος … Dictionary of Greek
διάβασμα — το (Μ διάβασμα) [διαβάζω] 1. η ανάγνωση 2. η μελέτη 3. η ανάγνωση, ιδιαίτερα από κληρικό, ευχής για ασθενή ή νεκρό 4. ο τρόπος τής ανάγνωσης κατά την απαγγελία 5. επίπληξη, μάλωμα 6. φρ. «θέλει διάβασμα» ή «είναι για διάβασμα» α) είναι ανόητος β) … Dictionary of Greek
επιστροφή — η (AM ἐπιστροφή) [επιστρέφω] η επάνοδος σ’ έναν τόπο, ο γυρισμός (α. «επιστροφή στην πατρίδα» β. «πατρῴων δωμάτων ἐπιστροφαί», Αισχύλ.) νεοελλ. 1. απόδοση οφειλής ή δώρου («επιστροφή χρημάτων») 2. ό,τι προέρχεται από επιστροφή επειδή δεν… … Dictionary of Greek
κολωός — κολῳός, ὁ (Α) διαμάχη, μάλωμα με φωνές («ἐν δὲ θεοῖσι κολῳὸν ἐλαύνετον», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για υποχωρητ. παρ. τού ρ. κολῳώ / άω] … Dictionary of Greek
μάχη — Σύγκρουση στρατιωτικών τμημάτων· αγώνας για την επίτευξη συγκεκριμένων τακτικών ή και στρατηγικών σκοπών. Οι μ. διακρίνονται σε αμυντικές, επιθετικές, εκ συναντήσεως, σε ανοιχτό πεδίο κ.ά. Αμυντική είναι η μ. όταν ο ένας από τους δύο… … Dictionary of Greek
μαλωματάρης — μαλωματάρης, α, ικο (Μ) [μάλωμα] φιλόνικος … Dictionary of Greek
μομφή — η (Α μομφή και μόμφις) 1. κατηγορία, ψόγος 2. επίπληξη, παρατήρηση, μάλωμα. [ΕΤΥΜΟΛ. Από την ετεροιωμένη βαθμίδα μομφ τής ρίζας μεμφ τού μέμφομαι*] … Dictionary of Greek
μπατάγια — η (Μ μπατάγια και μπατάλια και πατάγια και πατάλλια και πατάλια και παταλία) νεοελλ. 1. ξυλοκόπημα 2. σφοδρή επίπληξη, μάλωμα μσν. 1. μάχη 2. αντιπαράσταση κατά τη διάρκεια δικαστικού αγώνα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. μπατάλια < ιταλ. battaglia. Ο τ.… … Dictionary of Greek
πανθεϊσμός — Δοξασία που τείνει να θεοποιήσει το σύμπαν και στην οποία φτάνει κανείς με τον φιλοσοφικό στοχασμό, ξεπερνώντας, εσωτερικά, μια πολυθεϊστική θρησκεία. Στον πολυθεϊσμό, οι θεοί ενυπάρχουν στη φύση, είναι οι ίδιες οι μορφές της φυσικής… … Dictionary of Greek